Το γαλάζιο πού έσβησε τον ορίζοντα

Το γαλάζιο πού έσβησε τον ορίζοντα




α. Να βρω μια πέτρα όμορφη


 Είμαι στον κήπο με τις τριανταφυλλιές. Τον βλέπω. Έχει ένα βλέμμα θολό και λυπημένο. Κινείται γύρω μου  αργά και κυκλικά.

—Πού βρήκα τη δύναμη νεκρός να φύγω, αντί να σωριαστώ στα πόδια που με  λάκτισαν και να με βρουν εκεί ρακοσυλλέκτες επίμονοι; Όπως αυτοί που, με την ηρεμία της στέρησης, ανασκαλεύουν μεθοδικά τα γήινα, γυρεύοντας κρυμμένα τιμαλφή, μια αγάπη  αθάνατη, κατάρα! Πού βρήκα τη δύναμη τυφλός να πορευτώ, αντί να γείρω και να με βρει εκεί, η νύχτα, κρύο φως; Πού βρήκα τη δύναμη αμίλητος να ζήσω, αντί να σπαραχτώ και να σπαράξω στην κραυγή μου;

—Ποιος είσαι; τον ρωτώ.
—Εκείνος, μου απαντά και δείχνει μακριά.

Μοιάζει να αναδύεται η ύπαρξή του απ’ τα βαθιά, το ίδιο και η φωνή του.

Να βρω μια πέτρα όμορφη, να με καταλαβαίνει· να τήνε δέσω στο λαιμό, να με καταλαβαίνει.

Κάνει μια παύση, σηκώνει το χέρι του :

—Ελάτε! Όσο ακόμα είναι νύχτα, θα δω το πρόσωπό σας ή θα το ψηλαφίσω. Αύριο, δεν ξέρω αν θα έχω εγώ αισθήσεις· μπορεί και εσείς να μην έχετε  πρόσωπο.

Νιώθω μια ταραχή.

Στη θάλασσα. Στη θάλασσα, να βαπτιστώ ραντίζοντας τη λίθινη μνήμη νερό κι αλάτι, αγίασμα. Στη θάλασσα, τα δυο βουνά μου να ποντίσω.

«Είναι σε παραλήρημα» σκέφτομαι. Ωστόσο, αισθάνομαι τη μυστηριακή ατμόσφαιρα των λόγων του, το αίνιγμα  που αιωρείται και μια παράξενη οικειότητα που στιγμιαίως μου προκαλεί φόβο.
 Αντιδρώ.  «Είναι μια φλυαρία» αποφαίνομαι. Αποφασίζω να μην ασχοληθώ άλλο μαζί του. Φεύγει.

Δεν περνάει πολύς καιρός και τον συναντώ ξανά, σ’ έναν από τους δειλινούς περιπάτους μου. Κοιτάει επίμονα τον ουρανό με τις κόκκινες ανταύγειες και τη θάλασσα με τους χρυσαφένιους δρόμους.
Αισθάνομαι μια παράξενη τρυφερότητα γι’ αυτόν τον άνθρωπο.

—Ε φίλε! τον καλώ.

Γυρίζει και με κοιτά. Διακρίνω στο βλέμμα του μία χαρά. Ύστερα βυθίζεται ξανά στη γαλήνη του και αρχίζει να μου μιλά. Για την ακρίβεια λιγότερο μιλάει σ’ εμένα και περισσότερο στέλνει τα λόγια του στον μακρινό ορίζοντα:

—Πας ως εκεί αποφασισμένος. Κάθεσαι μέρες πολλές ακουμπισμένος στο αρχαίο δέντρο. Ακούς ένα πουλί και ξεχνιέσαι. Γυρίζεις πίσω, κοντοστέκεσαι· τα ίδια πάλι. 
Ξεκινάς από την αρχή. Πας σιγά-σιγά στο δέντρο σου. Χαράζεις τον όρκο σου στο κορμί του, σκορπίζεις τις παλιές μνήμες στον άνεμο, πιάνεις ένα τραγούδι να σε κρατήσει. Βλέπεις ένα λουλούδι και λιποψυχάς. Ξανά λοιπόν στα λόγια, ξανά στην απελπισία, ξανά στην ελπίδα, ώσπου μια μέρα παίρνεις φόρα μεγάλη, περνάς το δέντρο, περνάς το φρύδι, ακούς την αντήχηση της κραυγής και χάνεσαι στη σιωπή σου.

Τον ακούω με προσοχή. Και με θυμό. Συνειδητοποιώ την απειλή: Αυτός ο άνθρωπος αμφισβητεί  τον ορθολογισμό μου. Περνώ στην επίθεση:

— Αυτά δεν είναι λόγια γνωστικού, του φωνάζω.

Χαμογελάει. Ο ήλιος χάνεται στο ακρωτήρι και η θάλασσα παίρνει χρώμα από τον ουρανό και από τη νύχτα.  Η εικόνα είναι μυστηριακή και παράξενη . Φέρνει μαζί ομορφιά  και φόβο. Υποψιάζομαι  ότι θέλει να με επηρεάσει μ’ όλα αυτά τα καμώματα της φύσης. Να σταλάξει μέσα μου μιαν άλλη πραγματικότητα φανταστική, ανύπαρκτη.

—Άκου, του λέω, ο Θεός μας έδωσε τη ζωή να τη χαρούμε, εσύ τη θρηνείς.

Για μια στιγμή τον βλέπω να συννεφιάζει:

—Η αισιοδοξία είναι η ύστατη απελπισία του όντος, μου απαντά.
—Όμως οι ποιητές αφήνουν κάπου κάποιο φως.
— Ο ποιητής δίνει το φως του μέλλοντος στις περιπλανήσεις του, όχι ως συνταγή αισιοδοξίας, αλλά ως λύτρωση απελπισίας. Γι' αυτό το φωτεινό μέλλον παραμένει μέλλον, στο κύλισμα του χρόνου

Ύστερα, λες και παίρνει αφορμή απ’ όλα αυτά αρχίζει ξανά να μονολογεί:

—Όταν ξύπνησα εγώ, είδα ένα τρυπάνι να ανοίγει σήραγγα στο παρελθόν. Και καθώς σύρθηκα εκεί που έλειπαν οι ημερομηνίες, κανείς δε με περίμενε, κανείς. Και τότε, γύρισα πίσω κι ακολούθησα το άλλο τρυπάνι που άνοιγε τη σήραγγα του μέλλοντος. Και σύρθηκα πάλι ως εκεί που υπολόγιζα ότι είχε εξακοντιστεί ο απολεσθείς χρόνος. Και βρήκα ξανά τη μοναξιά. Και ήταν, στην αφετηρία των δύο σηράγγων, συνωστισμένο ένα παρόν σακάτικο, χωρίς ελπίδα.

Η αλήθεια είναι ότι ο λόγος του είναι συγκλονιστικός. Δεν αφήνω όμως να φανεί αυτή η διαπίστωσή μου. Αντίθετα, υψώνω τα χέρια μου σε μια κίνηση αποδοκιμασίας και, φεύγω. Δεν τον χαιρετώ καν. Ξεμακραίνοντας τον βλέπω, με την άκρη του ματιού μου, ήρεμο και ασάλευτο.




β. Και όμως πέταξε


Η επόμενη συνάντηση είναι κι αυτή αιφνίδια.

Χρειαζόμαστε έναν καινούριο πόνο, μου λέει· να είναι πόνος καθαρός. Να τον βλέπεις και να νιώθεις υπερηφάνεια γι ' αυτόν. Χρειαζόμαστε έναν πόνο αληθινής αγάπης.

Τον κοιτώ ερωτηματικά. Παίρνει θάρρος απ’ το κοίταγμα και συνεχίζει:

Θα γίνω αυτό που δύναμαι, εξαγνιστής εννοιών και λέξεων, αυτό θα γίνω.

Μετανοώ που τον άφησα ξανά να παραλογίζεται.

—Επιτέλους, τι θέλεις από μένα; τον ρωτώ.
—Να γνωριστούμε, μου χαμογελά.

Γελώ με χαιρεκακία. Λέω όνομα και επώνυμο· τον προκαλώ:

—Και τώρα που συστηθήκαμε, ας πάρει ο καθείς τον δρόμο του.

Κάνει ένα βήμα πίσω και αρχίζει ξανά:

—Μου λένε, μίλα για εκείνον τον νεκρό, που κάθε βράδυ παίρνει τον δρόμο για το σπίτι. Όμως, εγώ δεν είμαι εγώ, πάει καιρός που είμαι το είδωλό μου. Κάθε που μου χτυπάει την πόρτα ο νεκρός, σβήνω μες στον καθρέφτη.

Τον  παρακολουθώ στην αλληγορία των λόγων του, όμως αρνούμαι να αποδεχτώ την επικοινωνία.

—Προφανώς, του λέω, βρίσκεσαι σε υπαρξιακή κρίση. Ξέρω, γοητεύει η θεωρία των ειδώλων που αντικαθιστούν την εικόνα του αντικειμένου, όμως εμένα δεν πρόκειται να με παρασύρεις. Εγώ δεν αναγνωρίζω κανέναν νεκρό, να παρίσταται ή να πρωταγωνιστεί στην πραγματικότητα αυτής της συνάντησης και πολύ περισσότερο δεν αναγνωρίζω τα παιγνίδια του καθρέφτη σου.

 Προσπαθώ να τον προσβάλω προσβλέποντας σε μιαν αντίδραση ευαισθησίας που θα τον κάνει ευάλωτο στις επιθέσεις μου. Όμως αντιδράει απρόσμενα.

—Αρνείσαι την άλλη πραγματικότητα γιατί τη φοβάσαι, μου λέει.  Ο ορθολογισμός σου δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σύστημα άμυνας απέναντι στο όνειρο που το νιώθεις να σε απειλεί.

Βάζει το χέρι αντήλια και ωσάν να αντικρίζει  το μέλλον να ανεβαίνει στη μακρινή δημοσιά, μιλάει πάλι:

—Κι εκεί που έλεγες πως ήσουν ασφαλής, μόνος, πλην όμως ασφαλής, φύσηξαν όλοι. Πού βρήκαν τόση δύναμη στα άρρωστα τα σωθικά τους και σηκώθηκε άνεμος δυνατός που σκόρπισε το λευκό σύννεφο; Πού βρήκαν τόση εκδίκηση κι έσταξε ερυθρό το ουράνιο;

Γυρίζει και με κοιτά. Έχω την αίσθηση ότι το βλέμμα του στοχεύει  ίσια στο δικό μου. Αισθάνομαι την πρόκληση και κρατιέμαι. «Τώρα θα τον νικήσω» σκέφτομαι καθώς  ξέρω ότι είμαι εκπαιδευμένος σ’ αυτήν την αναμέτρηση. Όμως, εκείνος δεν αποστρέφει το βλέμμα του. Επιστρατεύω τη δύναμη του σκληρού λόγου:

—Αγαπητέ μου, του λέω με λόγια αργά, ψυχρά και σίγουρα. Οι μονόλογοί σας είναι προκατασκευασμένοι. Μπορεί και να μην είναι καν δικοί σας. Έρχεστε εδώ, και μου απαγγέλετε ακατανόητα αποσπάσματα κειμένων που, προφανώς, έχουν γραφτεί σε προγενέστερο χρόνο. Οφείλω να ομολογήσω ότι είστε καλός στην απομνημόνευση. Μπορεί και να είστε ηθοποιός και να έχετε εκπαιδευτεί. Όμως, αυτό δεν έχει σημασία και δεν θα μπω στον κόπο να σας ερωτήσω καν. Δεν γνωρίζω τις προθέσεις σας. Ίσως, για κάποιον άγνωστο σε μένα λόγο, προσπαθείτε να με εντυπωσιάσετε. Σας προειδοποιώ έχω σχηματίσει κακή εντύπωση για σας.

Ξαφνικά συνειδητοποιώ  ότι του μιλώ στον πληθυντικό. Φοβούμενος ότι θα εκλάβει αυτήν την αλλαγή ως ένδειξη αδυναμίας και ως ανάγκη οχύρωσης, συνεχίζω  στον ενικό:

—Άνθρωπέ μου, με κούρασες, ειλικρινά με κούρασες. Επέτρεψέ μου να αποχωρήσω από αυτήν τη συζήτηση.

Σηκώνει το χέρι του, ωσάν να μου ζητάει λίγο ακόμα να τον ακούσω. Στο ελάχιστο που μένω διστακτικός, βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί. Το ξεδιπλώνει προσεκτικά και ύστερα μου το δίνει.
Είναι ένα χαρτί λευκό. Πάω να βάλω τις φωνές, αλλά με προλαβαίνει:

—Όταν ήχησε η λέξη, ήμουν αλλού· αυτή που περίμενα να συνθλίψει και να συνθλιβεί. Η γυμνή, η αμόλυντη, η κραυγή, η συντριβή, η λέξη. Όταν ήχησε, ήμουν αλλού. Ερήμην μου συντελέστηκε το ασυντέλεστο.

Γυρίζει  ήσυχα και με μακρόσυρτο βηματισμό απομακρύνεται.
Ύστερα τον βλέπω να πετάει. Δεν πιστεύω στα μάτια μου· τον βλέπω να πετάει.
Αναστατώνομαι.





γ. Όλα τα έγραψες


Ξυπνώ με την εναργή εικόνα ενός ονείρου. Ωστόσο αυτό που μου συμβαίνει δεν είναι όνειρο.
Περπατώ σε κάτι δρομάκια λιθόστρωτα, ερημικά. Μου είναι οικεία· κι αυτά και τα πρόσωπα που νιώθω να με κοιτούν από τα ημίφωτα παράθυρα. Νιώθω το χέρι μιας γυναίκας να πιάνει το δικό μου. Με οδηγεί σε μια πόρτα στενή. Χτυπάει το ρόπτρο, μας ανοίγει ένας που μοιάζει με θυρωρό. Μπαίνουμε σ’ ένα στενό διάδρομο, θεοσκότεινο. Σε λίγο βρισκόμαστε στην αίθουσα με  τους μεγάλους πολυελαίους. Είναι  εκεί μια γυναίκα μικροσκοπική και ξυπόλυτη. Σκύβει βαθιά σε μιαν υπόκλιση ευγένειας ξεχωριστής κι ύστερα μας δείχνει την έξοδο του κήπου. Περπατάμε αρκετά ανάμεσα σε λουλούδια και σιντριβάνια, παντού αναβλύζει νερό και φως. Ύστερα βρισκόμαστε στο πρώτο διάζωμα ενός παλιού θεάτρου. Φέγγει ένα φεγγάρι λίγο πιο πάνω απ’ το βουνό.
Με περιμένουν. Ένας ψηλά απ’ την εξέδρα δίνει το σύνθημα της έναρξης.
 Στη σκηνή βλέπω Εκείνον. Και μια γυναίκα· κι ανάμεσά τους μια ομάδα ανδρών και γυναικών που στέκονται ορθοί πίσω από αναλόγια λίθινα.

—Το έργο που θα παρακολουθήσετε έχει τίτλο, «Το γαλάζιο που έσβησε τον ορίζοντα».

Μια σύνθεση ηχητικού θαυμασμού, συνοδεύει την αναγγελία. Η παρουσιάστρια συνεχίζει ανεπηρέαστη:

—Αναπτύσσεται σε τρεις Πράξεις: Η πρώτη πράξη τιτλοφορείται, «Όλα τα έγραψες», η δεύτερη, «Η έννοια του καλού» και η τρίτη, «Και τώρα τι;».

Περιμένω ν’ ακούσω και άλλα πληροφοριακά στοιχεία για την παράσταση και κυρίως το όνομα του συγγραφέα και του σκηνοθέτη. Όμως, η παράσταση αρχίζει αμέσως. Μιλάει πρώτη η γυναίκα— Ευαγγελία τη λένε—, ύστερα Εκείνος— εδώ τον προσφωνούνε ποιητή— και μια γυναίκα του χορού κι ένας άνδρας· και ο ίδιος ο χορός.

Ευαγγελία: Πού είσαι Ποιητή;

Ποιητής: Εδώ, στην αγρύπνια μου.

Ευαγγελία: Γράφεις;

Ποιητής:  Λίγο πια!

Ευαγγελία: Ποιος πείραξε την ψυχή σου;

Ποιητής:  Ήταν μια άνοιξη· κι ήμουν εγώ παιδί· κι απόστασα, κάποια στιγμή, μες στο παιγνίδι· κι ως έγειρα στη γη, ήρθε μια θεά και με φίλησε. Κι ύστερα αφού με κοίταξε στα μάτια, «πήγαινε» μου ‘πε «στη ζωή να τραγουδήσεις!» κι έφτυσε την ομορφιά  της στην ψυχή μου.

Ευαγγελία: Σ’ ευλόγησε.

Ποιητής: Δεν ξέρω, λένε, είναι κατάρα αυτή η ευλογία. Γράφουμε για να φέρουμε τη ζωή στα ωραία ποιητικά της ζύγια· και αφού κάποια στιγμή ζυγώσουμε το στόχο, υψώνεται αυτή ωσάν χαρταετός πάνω από την κεφαλή μας, κουνάει την ουρά της και μας περιπαίζει. Και τότε δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε, κολλάμε φτερά στην πένα· πετάνε οι στίχοι, πετάμε και εμείς, ξεχνιόμαστε στο χαμόγελο, τραμπαλιζόμαστε στη χαρά· στην πρώτη αναποδιά κουράζονται τα χέρια, γκρεμιζόμαστε. Και δος του πάλι απ' την αρχή, άλλα ποιήματα να γιάνουν οι πληγές, άλλα να μας σηκώσουνε στα πόδια, άλλα να θρέψουν όνειρα…

Ευαγγελία: Μοιάζει το νόημα πικρό. Όμως, εγώ το νιώθω ως σκίρτημα ελπίδας.

Ποιητής: Είναι παράξενο· εκεί που δομείς το στέρεο νόημα της απαισιοδοξίας, έρχεται ένας άλλος, δαιμονικός, αόρατος, αλλάζει τις λέξεις μυστικά, προσθέτει αμφισημίες, παίρνει την τρυφερότητα που δεν μπορείς να την κρύψεις, διαβάζει, ξαναδιαβάζει ο άνθρωπος, παραμερίζονται τα νοήματα, μένει μια κρυμμένη σταλαματιά ουρανού κι ένα φως, σχεδόν απελπισμένο…

Ευαγγελία: Ένα φως;

Γυναίκα: Έσταζε φως αντί για δάκρυ. Αγία!  ψιθύρισα και φτερούγισε η θλίψη
αχνό χαμόγελο, να με θυμάσαι!

Άνδρας: Τον βλέπω, κατεβαίνει αργά-αργά, αλύπητα· στοχεύει το στήθος μου, στοχεύει τα πλευρά, στοχεύει την ανάσα μου. Αυτός, αυτός ο ουρανός θα με συνθλίψει.

Ποιητής: Μέσα σ' αυτή την εσχατιά της απελπισίας, εκεί στα απόκρημνα του θανάτου, λένε πώς κατοικεί το γρεμνολούλουδο.

Ευαγγελία: Τι εικόνα κι αυτή!

Ποιητής: Το ποίημα οδηγεί τον άνθρωπο στο όριο, όπου εκεί συναντάει την ύπαρξή του παλλόμενη. Ό,τι και να είναι το ποίημα, χαρούμενο ή θλιμμένο, μπορεί  ο ίδιος ο άνθρωπος να βρει  μέσα του ελπίδα και φως.

Ευαγγελία: Όλα τα έγραψες!

Ποιητής: Όμως να: θέλω  να γράψω ένα  ακόμα ποίημα, δίχως παλμούς, χωρίς ανάσα. Μόνο με τους κρωγμούς των κορακιών. Άχρηστη μνήμη. Μια αγάπη φριχτή παραφυλάει για να με στεφανώσει. Όσα υπήρξα ήτανε μια υπόμνηση διαρκείας, τώρα το μάταιο εισβάλει από παντού, ο μέσα θάνατος αναγγέλλεται ως παρατεταμένη άπνοια. Θέλω να γράψω ένα ποίημα χωρίς χέρια, ακέφαλο, άφιλο, άμουσο, ανάπηρο.

Ευαγγελία: Ποιητή! Το άγραφο εισβάλλει από παντού στην ύπαρξή σου, δε θα σ’ αφήσει· μοιάζουν οι λέξεις σου χτικιό, μα είναι η αναπνοή σου.

ΠοιητήςΣέρνει η λύπη τα γράμματα σ' άλλο χορό Δεν είμαι εγώ.

Ευαγγελία: Εδώ, μια θλίψη όμορφη φωτίζει το άγραφο. Είν' το κλειδί στη γλάστρα μην αργείς.

Ποιητής: Ξέρεις; η ποίηση εκκινεί από την απελπισία, ωστόσο αναζητάει παντού την ελπίδα, σε νοούμενα, σε υπονοούμενα, σε εικόνες φανερές και κρυφές,  στους χρησμούς και στα αινίγματα, στην ατμόσφαιρα της δημιουργίας.

Χορός: Ξυπνάς ένα πρωί και στέκεσαι μπροστά στην επιθυμία σου, "ήρθα", της λες και χάνονται μονομιάς οι φόβοι· και αλαφρώνεις, νιώθεις να πετάς· και χορεύεις. Και δεν ακούγεται πυροβολισμός κανείς, μόνο ένα "α" θαυμαστικό· και χαμογελάει ο ήλιος, χαίρεται ο θεός, στέλνει φιλιά το κύμα. 

ΠοιητήςΞυπνάς ένα πρωί και καταλαβαίνεις ότι είναι αυτό το βραδινό σου όνειρο.

Γυναίκα: Μα, που πήγαν; Βυθίστηκαν  στη σιωπή και περιμένουν, τι περιμένουν; Ένα παλιό φιλί που ακόμα ταξιδεύει στον άνεμο; Ένα καινούριο χάδι; Μια στιγμή; Αχ! ποια στιγμή; εδώ, μόνο η ραθυμία μιας αιώνιας πλήξης, εδώ ο θάνατος, ο αντ’ αυτού. Γυρίζουν πίσω, εκεί, στη χορταριασμένη αυλή, συνομιλούν τις νύκτες με τις αγαπημένες σκιές, χαμογελούν στο φεγγάρι, κρυφά δακρύζουν και περιμένουν, τι περιμένουν; Ένα καινούργιο ποίημα;

ΠοιητήςΈχω στα μάτια μου κάθε πρωί μιαν απειλή, το μαύρο σύννεφο που σκέπασε τη γη, τον ουρανό π’ αστράφτει· είναι η ακήρυχτη βροχή, αυτές οι λέξεις. Βουίζουν στην ησυχία μου, αναδεύουν τη μνήμη, κραυγάζουν, κλαίνε, σβήνουν, σιωπούν. Κι εκεί που λες θ' αναπαυτείς, ακούς την μουσική τους, το μυστικό τους αίνιγμα, τη σκοτεινή τους προφητεία. Όλη την μέρα παλεύω με τις λέξεις μου· στο τέλος με νικούν, γίνονται ποιήματα και φεύγουν.

Άνδρας: Ε, συ ποιητή! άσε το κύμα μέσα σου ν’ αφρίζει, με τη γαλήνη της σοφίας σου γράψε, με την ηρεμία της πιο βαθιάς απελπισίας. Ξέρεις: ό,τι  κοντά στο μέλλον σου, το είπες. Μίλα για τον καιρό των άλλων, των αγέννητων, στείλε εκεί της λύρας σου τους ήχους. Κράτα εδώ την αντήχηση του πηγαδιού και την κραυγή σου κράτα. Το μέλλον συντίθεται από τα θραύσματα του παρελθόντος, φύσα τη σκόνη, ξέπλυνε τη σκουριά, κράτα τη λύπη, ψάξε τη χαρά, θέλει κοσκίνισμα η άμμος να χρυσίσει. Ε, συ ποιητή, είσαι το ευλογημένο φίλτρο, άσε  τα δαιμόνια μέσα σου να πριονίζουν, φύτεψε εσύ τα δέντρα των επόμενων. Τις λέξεις πιο πολύ από τα μάτια σου να τις προσέχεις, πάνω απ’ τον έρωτά σου, πάνω απ’ την πρόσκαιρη την ύπαρξή σου να τις έχεις, αυτές συνθέτουν την αθανασία. Ε, συ ποιητή πάρε το μαύρο του εφήμερου θανάτου, κάνε τους στίχους σου λευκές ρωγμές του, κάνε το ποίημα σου ελπίδα.

ΠοιητήςΈρχεται η ώρα οπού συλλογίζεται κανείς τις απουσίες του, που γέμισαν τόσες σελίδες, κι αισθάνεται γαλήνιος, λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα μοναξιάς απ' τη ζωή του. Σβήνει, τότε, όλες τις παλιές προσδοκίες κι αφήνει λευκή μια μόνη επιθυμία: το άγραφο ποίημα της ζωής του.

Ευαγγελία: Πάλι το άγραφο, μια διαρκής υπόμνηση ποιητή μου, δεν έχουν αναπαμό οι λέξεις σου.

Ποιητής: Όταν οι λέξεις κουραστούν στον καλπασμό, θα κάτσουν ήσυχα σε μια γωνιά απάνεμη. Δε θα ηχούν, δε θα σημαίνουν. Ωσάν να μην υπήρξε αυτό το πολυκύμαντο, ποτέ· και η θολή κατεβασιά. Ωσάν να μην ελάλησε τ’ αηδόνι, και να μην είπανε πονώ αυτές οι λέξεις. Θα γείρουνε αναπαυτούν σε προσκεφάλι πέτρα· και μες σε ψίθυρο βαθύ, από σιωπή φερμένο, θα πουν, ακόμα σ' αγαπώ. Και θα 'ναι αυτό το τελευταίο ποίημα.

Ευαγγελία: Σ’ αγαπώ! Τι φράση κι αυτή. Μίλα μας για την αγάπη, για τον έρωτα, όλα τα είπες;

Ποιητής: όλα τα είπανε οι ποιητές από παλιά, πολύ παλιά. Μα ο καθείς μας τα γράφει με τον δικό του τρόπο.

Ευαγγελία: Πού είναι η αγάπη;

Ποιητής: «Πού είναι η αγάπη;» ρώτησα, κάποτε, κι εγώ και μού ‘δειξαν: «Εκεί!». Κι ήταν το εκεί παντού και πουθενά. Κι είχαν και τα δυο την απόγνωση του απρόσωπου. Κάθε που άπλωνα έβρισκα το κενό και μια υπόσχεση που έμοιαζε του Θεού. Μεγάλη, απέραντη και άδεια. Κι ύστερα, η ομίχλη ανέβαινε απ’ το βαθύ φαράγγι, λευκή, γαλήνια κι ωραία. Και το σήμαντρο με καλούσε στους παλιούς καιρούς. «Πού είναι η αγάπη;».

Ευαγγελία: Αλήθεια ο ποιητής ρωτά ή απαντά ή μήπως και τα δυο;

Ποιητής
: Όλοι ρωτάμε Ευαγγελία. Στα πιο πολλά ερωτήματά μας η απάντηση είναι μια νέα ερώτηση.

Άνδρας: Και τώρα, πού θα ξυπνήσουμε τώρα; Δεν έχει άλλο ξέφωτο η μνήμη, δεν έχει. Λιπόθυμη περιφέρω την αυγή μου στον ουρανό σου, ποια θάλασσα; ποια λύπη; ποια θάλασσα; Δεν ξημερώνει πια στις αγκαλιές ο έρωτας, ξενύχτης σέρνεται στα ανήλιαγα. Φυσάει εδώ μια σιωπή, εγώ κρυώνω. Πού θα ξυπνήσουμε πια; Δεν έχει άλλη άνοιξη η μνήμη, δεν έχει.

Γυναίκα: Ποιος θα αναλάβει να οδηγήσει; Ποιος; Μόνο η γραμμή από τα άλμπουρα στον μακρινό ορίζοντα- ανάμνηση διαρκείας -και η θάλασσα αταξίδευτη. Όνειρο ακυβέρνητο. Κανείς!  Μήτε οι λέξεις μου, άχρηστα που ηχούν εντός κι εκτός. Η άπνοια ευδία ανυπαρξίας. Και η θυσία ανώφελη. Κανείς!

Χορός: Πόσα γιοφύρια μου ζήτησαν ποτάμια; Πόσες θλίψεις μου ζήτησαν έρωτα; Αλλού με στέλνεις, αλλού πηγαίνω, «Ξέρει ο δρόμος».

Ευαγγελία: Το ποίημα ξέρει.

Ποιητής: Αδυνατούν οι λέξεις τα νοήματα, οι ήχοι, τα σύμβολα, αδυνατεί το ποίημα. Δεν έχει φως  να ζήσουμε, σκοτάδι να χαθούμε.

Ευαγγελία: Να 'ναι καλά η παιδική μας ηλικία που μας φιλοξενεί ακόμα και υπάρχουμε, αυτά μου είπες κάποτε, θυμάσαι;

Ποιητής: Το ποίημα είναι μια πρόσκληση να επιστρέψει ο άλλος που έφυγε γιατί καθώς μεγάλωνε δε χωρούσε πλέον μέσα μου. Όμως Ευαγγελία, τυφλοί εισβολείς μας έφεραν αιχμάλωτους από τη χώρα του μέλλοντος. Σ' αυτή την επανάληψη των καιρών πώς να μπορέσουμε να υπάρξουμε; 
»Κάθε φορά που έρχεται αυτό το προχωρημένο βράδυ με τη βουβαμάρα της θάλασσας και το πηχτό σκοτάδι, κάθε φορά που αντιστέκεται  αγριεμένη η ύπαρξή μου σ' ό,τι υπόσχεται καλό ξημέρωμα κι ύπνο γαλήνιο, προαπαιτούμενο, κάθε φορά που  έρπει ο ουρανός σε τούτα τα γήινα, τα έρημα, τα λασπωμένα, κάθε φορά που έρχεται αυτό το μαύρο,  νυχτερινό φθινόπωρο, κάθε φορά που έρχεται, φοβάμαι.
»Σ’ όλη μου τη ζωή  γύρευα μια θάλασσα κουβαλώντας στην πλάτη μου ένα βουνό.  Κι αν έγινα καμιά φορά μου λύκος, ήταν γιατί με πλήγωνε πολύ το φεγγάρι.

 Ευαγγελία: Κανείς δε θέρισε και ήρθε χειμώνας.

Ποιητής: Ο ποιητής απόθανε πριν από το θάνατό του· ο μαύρος επισκέπτης απλώς υπέγραψε στο βιβλίο συλλυπητηρίων.

Ευαγγελία: Μη γίνεσαι σκληρός.

Ποιητής: Μου είπαν, πως το ποίημα μου είναι σκληρό. Σκληρός είμαι εγώ
που το έγραψα. Σκληρή είναι η μάνα που με γέννησε. Σκληρή είναι αυτή που έφυγε.
Και πιο σκληρός είναι ο Θεός, που όλα τα ποίησε αθώα.

Χορός: Θα ανέβω εκεί ψηλά και θα φωνάξω. Και θα βγει αυτή τη φορά στεντόρεια η φωνή. Γιατί και στ’ όνειρο άλαλος πια δε θα ξανά υπάρξω. Κι εσύ δε θα φοράς τη θολωμένη σου μορφή. Δεν ξέρω αν θα  ‘μαι  δυστυχής ή ευτυχής, μπορεί και άδειος να κοιτώ το θαύμα. Όμως θα είναι εκεί το βουνό, εδώ το παιδί. όλα γυμνά κι όλα αλήθεια.






δ. Το ανέφικτο που ήθελε να γίνει πραγματικότητα

 Όλα γυμνά κι όλα αλήθεια! Μοιάζει να ακούγονται ξανά τα τελευταία λόγια. Σηκώνομαι να φύγω. Οι θεατές αντιδρούν ανήσυχοι.

—Μείνε!
—Ακούστε με, τους απαντώ: Δεν έχω καμία πρόθεση να δημιουργήσω προβλήματα  σε αυτό που εσείς νομίζετε ότι είναι μια θεατρική παράσταση. Εγώ γνωρίζω ότι είναι μια συνωμοσία εναντίον μου. Αυτός εκεί, ο «ποιητής», έχει παλιούς λογαριασμούς μαζί μου. Δεν είναι η ώρα τώρα να σας τους ιστορήσω.

Μια σύντομη αφωνία συνοδεύει τα λόγια μου. Καθώς κορυφώνεται η αγωνία ο άλλος με καλεί στη σκηνή:

—Έλα να κουβεντιάσουμε.

«Αυτός ο άνθρωπος με την χαρακτηριστική πραότητά του προσπαθεί να με παγιδέψει» σκέφτομαι.
Αποφασίζω να φύγω, όμως η φωνή των θεατών ακούγεται πάλι επίμονη:

 —Μείνε!

Ξαφνικά αισθάνομαι ως κορυφαίο πρόσωπο αυτής της αλλόκοτης βραδιάς.
«Θα πάω και θα τον αντιμετωπίσω, τώρα ενώπιον των θεατών του» λέω μέσα μου, ίσως αυτή να είναι η ευκαιρία μου:

Ευαγγελία: Μίλα μας ξένε!

Εγώ: Μπορεί να ήρθα εδώ απόψε οικειοθελώς, ωστόσο άνθρωποί σας με οδήγησαν σ’ αυτό το μέρος. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο φίλτατος «πρωταγωνιστής» ήθελε να με υποβάλει σε μια δοκιμασία.

Ευαγγελία: Δοκιμασία;

Εγώ: Ναι, δοκιμασία. Γνωρίζει ότι είμαι πολέμιος του πεσιμισμού. Αυτή η αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο αέναα να προσπαθεί να υπερβεί τα όρια της πραγματικότητας είναι μια τραγωδία.

Ευαγγελία: Όμως εσύ είσαι ευχαριστημένος από αυτήν την πραγματικότητα;

Εγώ: Όχι! Ωστόσο οι ουτοπικές θεωρήσεις είναι επικίνδυνες για την  ψυχική υγεία και την ευτυχία του ανθρώπου. Κατανοώ την ποίηση που προβάλλει κατά κύριο λόγο αυτές τις ουτοπίες, κατανοώ και όσους στιγμιαία εκστασιάζονται από αυτά. Όμως η προβολή ενός καθολικού  συστήματος τέτοιων ιδεών είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο «ήρωάς» σας επιχείρησε κι άλλες φορές να ενσπείρει μέσα μου την αμφιβολία. Όμως, ο ορθολογισμός είναι η στέρεα αναφορά της δικής μου ύπαρξης. Φρονώ ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε μια αντιπαράθεση λογικής και για αυτό καταφεύγει στη θολή ατμόσφαιρα του συναισθήματος. Προφανώς ο σκοπός του δεν είναι να υπερασπιστεί τις ιδέες του, αλλά να, προσπαθεί να φθείρει τις δικές μου. Τι νομίζεις ότι είναι αυτό το παραλήρημα που ακούσαμε απόψε; Κι εσύ και οι άλλοι πίσω από τα λίθινα αναλόγια με τις παρεμβάσεις σας τον διευκολύνετε . Δεν είμαι όμως διατεθειμένος άλλο να σιωπήσω

Ευαγγελία: Τι λες εσύ ποιητή για αυτά που σού καταμαρτυρεί αυτός ο άνθρωπος;

Ποιητής: Έρχομαι από το παρελθόν σας, τους είπε και δεν του έδωσαν σημασία. Πορεύομαι στο μέλλον, συνέχισε και του ’ριξαν μια ματιά. Προσπερνώ το παρόν, επέμενε και κουνήθηκαν λίγο. Αυτή τη χολέρα σας, πρόσθεσε...Είχε ξεμακρύνει όταν είπε τα τελευταία λόγια. Έτσι, ακούστηκε κάτι ακατάληπτο, έμοιαζε με "αέρα". Και νιώθοντας το κρύο της αυθυποβολής σήκωσαν ψηλά τους γιακάδες να προστατευτούν. Κι έτσι, εκεί, τους βρήκε ο θάνατος αδαείς.

Εγώ: Τον ακούτε; Χρησιμοποιεί, χρησμούς και δαιμονικά αινίγματα, να με ταράξει.

Χορός: Και αναμένοντας το άσημο μέλλον, συνειδητοποιούσαν  το ασήμαντο παρελθόν. Κι άρμοζε εδώ ο σπαραγμός του παταγώδους. Ωστόσο, η περίσταση απαιτούσε ήχο ή σιωπή πάλλουσα. Σε κάθε περίπτωση μια ρωγμή, ένα μικρό σκίρτημα, μία κραυγή. Όμως εκείνο το φθινόπωρο, όταν σιώπησε κι ο τελευταίος τζίτζικας του καλοκαιριού, οι πιο πολλοί οι ποιητές ανέβηκαν στα δέντρα, φλυαρώντας.

Ποιητής: Ήτο εκεί μία σκιά, του μέλλοντος ήτο αυτή η σκιά, έφερνε μήνυμα. Όμως οι πανηγυριστές νόμιζαν αυτή συνήθεια πρώιμου θέρους και συνωστίζονταν για να δροσίσουν την ύπαρξή τους— φλόγα τους έκαιγε, καθώς η χαρά οξυγονώθηκε υπέρμετρα κι η πλάνη δημιουργούσε αδιαλείπτως εμπύρετα. Μα η σκιά προπομπός ήταν και πέρασε και στον ελαιώνα φάνηκαν οι γυμνοί κορμοί, έμοιαζαν με ανθρώπους.

Ευαγγελία: Διακρίνω πίσω από τις παραβολές του ποιητή μια αγωνία προειδοποίησης, μια εγρήγορση ελπίδας.

Εγώ: Ακούστε: Προσπαθείτε να δώσετε δείγματα συμβολής σε έναν τίμιο διάλογο. Όμως εμένα δε με ξεγελάτε. Στην πραγματικότητα κι αυτά που εσείς λέτε είναι προσχεδιασμένα. Αν αναζητήσουμε το κείμενο της παράστασης, θα δούμε ότι ελάχιστα παρεκκλίνουν τα λόγια σας απ’ αυτό. Ακόμα και τις δικές μου παρεμβάσεις τις έχετε σχεδιάσει, σε γενικές γραμμές. Με προκαλείτε για να δημιουργήσετε την αίσθηση της θεατρικής σύγκρουσης. Αυτούς στοχεύετε, όλους αυτούς που σιωπηλοί σας παρακολουθούν από την εξέδρα. Κυριολεκτώ μιλώντας για στόχευση. Οι λέξεις σας, τα νοήματα των φράσεων, τα αινίγματα και προπάντων η ατμόσφαιρα που δημιουργείτε με την παράστασή σας, είναι σφαίρες που πυροβολούν το μυαλό των ανθρώπων που σας παρακολουθούν. Βέβαια έχουν όλοι τους την ευθύνη για αυτά που συμβαίνουν εδώ. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι με πνευματική διαύγεια. Οι δυσκολίες όμως της καθημερινότητας τους κάνουν να αποζητήσουν την μέθεξη σ’ ένα θολό όνειρο που εσείς προσφέρετε. Είναι μια φυγή γι’ αυτούς, προσωρινή βεβαίως. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η προσπάθειά σας έχει σκοπό να προσηλυτίσετε, κατά κάποιον τρόπο, αυτούς τους ανθρώπους, θωπεύοντας ίσως τη ματαιοδοξία σας. Όμως  τα πράγματα είναι πιο ευτελή: Προσπαθείτε,  μέσα από τη χειραγώγηση του πλήθους, να φέρετε σε δύσκολη θέση εμένα. Ξέρετε είναι δύσκολο κάποιος να διατηρεί αλώβητες τις ιδέες του όταν οι άλλοι τον κοιτούν με προκατάληψη. Πιστέψτε με ένας άνθρωπος χωρίς σταθερό και σίγουρο σύστημα ιδεών για την ζωή, μπορεί να φτάσει στα όρια της παραφροσύνης.

Ευαγγελία:  Και τι όφελος έχει ο ποιητής από μια τέτοια συμπεριφορά απέναντί σου; Και γιατί διάλεξε εσένα, αν είναι έτσι τα πράγματα όπως τα λες;

Εγώ: Τα πράγματα είναι όπως τα λέω. Το γιατί διάλεξε εμένα είναι ένα ερώτημα για το οποίο δεν έχω προς το παρόν απάντηση.

Ευαγγελία: Μήπως τον διάλεξες κι εσύ;

Ποιητής: Ήρθαν κάτι παλιά ποιήματα ζητώντας υπογραφή, δεν είμαι εγώ, τους είπα, επέμεναν, ώσπου βγήκε εκείνος από τον καθρέφτη, δεν έχετε δει ξανά αυτό το θαύμα, ψιθύρισε, πήρε την πένα, τη βούτηξε στην αρχαία σιωπή, έγραψε, Άλλος.

Εγώ: Ο Άλλος; Ακούστε με. Οι άνθρωποι με την ψυχοσύνθεση του ποιητή σας επινοούν τον Άλλον, με άλφα κεφαλαίο παρακαλώ, ως δίδυμη ύπαρξη, άλλοτε από βαθύ εσωτερικό σπαραγμό κι άλλοτε από υπολογισμό. Και στις δυο περιπτώσεις, έχουμε μια συμπεριφορά ψυχικά ασθενούς ανθρώπου.
» Η ποίηση βέβαια είναι ένα προνομιακό πεδίο για την προβολή του μοντέλου μιας σχιζοειδούς προσωπικότητας. Στην τέχνη οι ιστορίες αυτές του εσωτερικού ανθρώπινου διχασμού συγκινούν και ενίοτε συναρπάζουν. Η ψυχική ισορροπία είναι ζητούμενο καθώς διλλήματα και αμφιβολίες διαταράσσουν συχνά την ευρυθμία που δημιουργεί ο ορθολογισμός στη ζωή του ανθρώπινου όντος. Όπως είναι φυσικό πολλοί προστρέχουν στην ποίηση για να παρηγορηθούν περιστασιακά. Αλίμονο αν ακολουθούσαν στη ζωή τους τα πρότυπα των ποιητικών ηρώων.
»Τις περισσότερες φορές οι ήρωες των ποιητικών κειμένων είναι υπάρξεις που λειτουργούν έξω από τα όρια της πραγματικότητας. Ο «ποιητής» σας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ορθολογιστής. Όμως εισέρχεται στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα του ονείρου, αξιοποιεί τη γοητεία της και προβάλλει ένα σύστημα αξιών αντίθετο στη λογική. Αυτό είναι επικίνδυνο για όλους μας.


ε. Στη μικρή κοιλάδα


Τα τελευταία μου λόγια τα ακολουθεί μια παρατεταμένη σιωπή. Ο «ποιητής» βυθίζεται σε συλλογή. Στο πρόσωπό του διακρίνω μια αμυδρή θλίψη. Δεν υπάρχει, όμως, ίχνος θυμού. Η Ευαγγελία με κοιτάει ερωτηματικά.
Στην κερκίδα, την αμηχανία της σιωπής τη διαδέχεται ένα ξαφνικό σούσουρο.
Μιλούν όλοι βιαστικά. Έχω την αίσθηση ότι κανείς δεν περιμένει να ακούσει. Σε μένα φτάνει ένας ακαθόριστος  ήχος που δεν έχει νόημα λόγου.
Χαμογελώ  με ικανοποίηση. Η παρέμβασή μου δημιούργησε ταραχή.
Σε λίγο ακούγεται , απ’ τα ψηλά διαζώματα, στεντόρεια η φωνή:

—Τι είναι ο έρωτας;

Αλαφιάζομαι. Έρχομαι ένα βήμα πίσω, να προστατευτώ.

—Κι άλλος συνωμότης, σκέφτομαι.

Όμως τη σκέψη μου αυτή τη διακόπτει το πλήθος.

—Τι είναι ο έρωτας;

Είναι τώρα ηχηρή, από χιλιάδες στόματα η φωνή.
Κοιτώ Εκείνον. Είναι ακόμα σκεφτικός.  
Αποφασίζω να αλλάξω το ύφος των λόγων μου.

—Τώρα είναι η ευκαιρία, λέω μέσα μου. Θα γίνω πιο φιλικός. Θα δείξω κατανόηση για τον αντίπαλο.

Προχωρώ δυο βήματα μπροστά και στέκομαι στο κέντρο της σκηνής.

—Ο έρωτας! λέω, σχεδόν ονειροπόλα. Είναι μια ευλογία, μπορεί όμως να γίνει και κατάρα. Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας. Πολλές φορές οι ερωτευμένοι συμπεριφέρονται ως ψυχικά πάσχοντες…

Κάνω μια παύση, περισσότερο για να δώσω μια αίσθηση στοχασμού παρά για να οργανώσω τη σκέψη μου.
Πάνω σ’ αυτήν την παύση σβήνει το τοπίο. Οι κερκίδες χάνονται και στη θέση τους εμφανίζεται ένας πλατύς δρόμος που τον βαδίζουν χιλιάδες άνθρωποι, προφανώς όλοι αυτοί που παρακολουθούσαν την παράσταση, μπορεί και άλλοι, γιατί βλέπω αρκετούς να κατεβαίνουν από τα πρανή του δρόμου και να σμίγουν με τους πολλούς. Αναζητώ με το βλέμμα μου τους πρωταγωνιστές της παράστασης, αλλά η σκηνή είναι άδεια. Ακολουθώ του άλλους. Όμως αυτοί βαδίζουν γρήγορα και είναι αδύνατο να τους προφτάσω. Στέκομαι στην άκρη  της δημοσιάς. Περιμένω. Μια άμαξα σταματά δίπλα μου. Μου γνέφουν. Ανεβαίνω. Προτού συνέλθω από το σάστισμα βυθίζομαι σ’ έναν βαθύ ύπνο.

Ξυπνώ σε μια καλύβα. Νιώθω το μυαλό μου λαγαρό.
Είμαι τώρα σε θέση να δώσω μια εξήγηση στα γεγονότα που είχαν συμβεί. Προφανώς όλα αυτά που είδα και τα θυμόμουν με μεγάλη ενάργεια ήταν παραισθήσεις. Σίγουρα με είχαν υπνωτίσει.
 Ανασηκώνομαι γεμάτος αυτοπεποίθηση. Βγαίνω έξω. Αντικρίζω ένα πανέμορφο τοπίο. Είναι εκεί δυο καταπράσινες μακριές λωρίδες γης κι ανάμεσά τους ένα πλατύ ποτάμι. Αριστερά και δεξιά εκεί που η γη συμμετρικά ανεβαίνει προς τα ψηλά είναι ένα πυκνό δάσος με έλατα. Σχεδόν στις ρίζες τους βλέπω κι άλλες πολλές καλύβες ξύλινες σκεπασμένες με άχυρο και φτέρες.  
Στη μία όχθη ξύλινα καθίσματα, σε πολλές σειρές  και στη μέση του ποταμού μια πλωτή εξέδρα.
Βλέπω ξανά την κυρία, που με είχε συνοδέψει στο θέατρο, ευγενικά να με οδηγεί σ’ ένα κάθισμα πρώτης σειράς.
Ακούγεται η φωνή:

—Καλώς ήρθατε στο φεστιβάλ ποίησης. Φέτος το θέμα μας είναι ο έρωτας. Καλέσαμε ποιητές και άλλους λογοτέχνες αυτού και των δύο προηγούμενων αιώνων. Η ανταπόκρισή τους είναι ιδιαίτερα τιμητική για όλους μας. Βρίσκονται ανάμεσά μας θρυλικές μορφές των γραμμάτων απ’ όλον τον κόσμο, τους ευχαριστούμε θερμά.

Τα λόγια της παρουσιάστριας ηχούν στ’ αυτιά μου παράξενα..

—Πάλι τα ίδια, λέω συγκρατώντας τη δυσφορία μου.

Οι άλλοι όμως μου ρίχνουν βλέμματα αυστηρά κι έτσι σιωπώ.
Στρέφομαι προς την πλωτή εξέδρα.
 Είναι εκεί ένας άνδρας καθισμένος μπροστά σ’ ένα μεγάλο πιάνο. Δεξιά κι αριστερά πίσω από ξύλινα αναλόγια δυο γυναίκες και δυο άνδρες. Όλοι φορούν λευκά.
Ο άνδρας στο πιάνο χαϊδεύει τα πλήκτρα, εγώ τινάζομαι.

—Εκείνος! φωνάζω σχεδόν τρομαγμένος.

Όμως η φωνή μου χάνεται καθώς αρχίζουν οι απαγγελίες:

Πρώτη γυναίκα: Και έλαμψε φως απ’ τα μελλούμενα, γαλάζιο. Ήσουν εσύ ό,τι λαχτάρησα, ωραία  ως ανάμνηση, άγνωστη ωσάν Ανάσταση που άλλο θάνατο δεν περιμένει, Θαύμα.

Δεύτερη γυναίκα: Και πέταξε η αγάπη από τα κρινοδάχτυλα σαν το φιλί που το φύσηξε η ανάμνηση, άχρονη, άχραντη, ωραία.

 Πρώτος άνδρας: Εισέπνεε πρώτα τον πόθο, βημάτιζε ύστερα νευρικά εκπνέοντας ένα διοξείδιο όχι, ώσπου την κοίταξε, απ’ τον καθρέφτη, μια βραδιά το είδωλό της παράξενα. Και ως είδε ασάλευτη την πέτρα, της είπε, φεύγω! Λένε ότι εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε αγκαλιά με τ’ όνειρό της.

Δεύτερος άνδρας: Αντιστάθηκε, μ' όλα τα "πρέπει" της ορθά· αυτή εκεί, ανίκητη, στ' αυτί της, η αγάπη.

Πρώτη γυναίκα: Είμαι η Ασέληνηείπε και αποσύρθηκε στα ενδότερα να μην τη φτάνει ήχος και χάδι επιθυμία καμιά. Την ίδια ώρα λουσμένη στο φως η άλλη νύκτα. Άγγιξε με να δω πού υπάρχω, άγγιξέ με.

Πρώτος άνδρας: Κατέβηκε την αυγή στην πηγή, να πιει να ξεδιψάσει, όλη τη νύχτα πάλευε με τ' όνειρό της. Κι εκεί που ακούμπησε τα χείλη της, είχε αφήσει ο άλλος τη χαρά του. Και πάνω που πήγανε να σμίξουνε οι πόθοι, γύρισε πίσω να σκουπίσει τα φιλιά της. Όλοι τα βράδια βγαίνουν και θρηνούν κι εγώ τα μαύρα μεσημέρια.

Δεύτερος άνδρας: Και ρίχνω μια στροφή, τσακώνω τον ήλιο, τώρα θα γίνει
το ατύχημα, φωνάζω.  Γελάει αυτός ανάσκελος· γύρνα καλή μου, πριν με μεθύσουν ολότελα, δεν είναι αυτό ποίημα. Έχω τη γεύση του φιλιού, πριν απ' την τρέλα, θέλω να χορέψω, κλάψε εσύ να συνέλθουν οι στίχοι. Αυτά δεν είναι γράμματα, είναι ρινίσματα λέξεων, γύρνα καλή μου.

Δεύτερη γυναίκα: "Επάνω, εσύ Χειμώνας και χιόνι, κάτω εγώ Καλοκαίρι και πέτρα". Έτσι του μίλησε και του ’δειξε τις φωτογραφίες κατακόρυφα στοιχισμένες στον τοίχο, με ενδιάμεσα το κενό  της Ανοίξεως. Ήταν αυτός στην λευκή πλαγιά, κι αυτή στο πέτρινο, καταντικρύ στο γαλάζιο, ήταν τα λόγια πόθος, να τρέξει στους αγρούς, να ’ρθει κι αυτός απ' τα ψηλά, να σμίξουνε στ’ αμπέλι. Μα πάλι, δεν είχαν εποχή κοινή, ήταν επάνω αυτός Χειμώνας, κάτω εκείνη Καλοκαίρι.


Η μουσική ακούγεται πιο δυνατή.
Δεν ξέρω αν είναι η ηρεμία του τοπίου ή οι μελωδικές νότες και τα ποιήματα, νιώθω τώρα μια παράξενη γαλήνη. Ταξιδεύω σ’ έναν κόσμο ονείρου. Κάπως έτσι νομίζω ότι αισθάνονται και οι άλλοι.

—Σίγουρα αυτό δεν είναι ασθένεια, σκέφτομαι και χαμογελώ.  

Παρατηρώ τον πιανίστα.
 Διακρίνω  την ήρεμη θλίψη του να κυλάει από το πρόσωπο στα δάκτυλα και από εκεί στα πλήκτρα κι ύστερα, στο νερό, στα έλατα, στον ουρανό και στις ψυχές. Φορές φορές, στις κορυφώσεις, βλέπω τον παροξυσμό των δακτύλων να μετατρέπει τη φόρτιση της ψυχής σε δονήσεις, βλέπω το πρόσωπο του δημιουργού να συμμετέχει στη γένεση.
Κάποια στιγμή σταματάει η μουσική κι αυτός σηκώνεται. Ακούγεται η φωνή του βαθιά:

Η δική μου ποίηση είναι η μύτη ενός σπασμένου βελονιού που μπήκε στις φλέβες μου και το αίμα την οδηγεί αργά αργά προς την καρδιά. Και να σκεφτείς πως ήθελα μόνο να βγάλω απ' το χέρι κείνο τ' αγκάθι το νεανικό, που πολλοί το λένε έρωτα.

Ξαφνικά, αναδύεται απ’ τα νερά μια οπτασία.

—Άννια!
—Αλέξανδρε!

Πρώτη φορά ακούω να προσφωνούν Εκείνον μ’ αυτό το όνομα. Διακόπτω τις σκέψεις μου ν’ ακούσω.

Άννια: Γέρνει ο ήλιος και ριγώ στην ομορφιά του, ή μήπως στην ψύχρα των ανώφελων λόγων μου; Χλωμή απ’ τα χρόνια, ψελλίζω άχρηστες λύπες, αυτό που σου ’λειψε δεν το μπορώ… Πώς να σου στείλω ένα φιλί παλιό; να στάξει η ανάμνηση ένα δάκρυ;

Αλέξανδρος: Ω ακριβή μου σιώπα, μη θρηνείς!

Άννια: Ιδού το ποίημα αναρριχώμενο στο λευκόσαρκο ως μεθυσμένη ανάμνηση, πώς μου ζητάς να ξεχάσω;

Αλέξανδρος: Ήρθες εψές στον ύπνο μου και με φίλησες. Μπορεί να ήταν η πέμπτη πρωινή η ώρα που πληκτρολογούσε σε άλλο δίαυλο η αγάπη·  και δεν ήξερες. Γιατί οι επισκέπτες των ονείρων ποτέ δεν ξέρουν· είναι η αντιύλη τους που μοιράζει φιλιά, γλυκά στο άχρονο, πικρά στο φως. Ήρθες εψές στον ύπνο μου  κι εγώ συλλάβιζα την ανάμνηση, συναυλία φωνηέντων στο όνομα. Μπορεί να ήταν η πέμπτη πρωινή η ώρα που χόρευες σε ξένους στίχους.

Άννια:: Άκουσα το μήνυμά σου, με καλούσες.

Αλέξανδρος: Ε, συ! Άννια μ’ ακούς; ένας αιώνας πέρασε και σε καλώ ακόμα, δεν είμαι εγώ δεν είσαι εσύ, κάποιο χαμόγελο ανθίζει στην αυλή μου κάθε χειμώνα και φοβάμαι, πώς να κρατήσω μοναχός την ανάμνηση, στο χάδι που ξέμεινε— ξάνθισε με τα χρόνια —μισή ζωή, είναι το χτες σαν τώρα, σ' όλους τους στίχους σκόρπισα αγέραστη την ύπαρξη σου, λύσε τα μάγια, τη σιωπή, μια καληνύχτα, ε, συ!

Άννια: Ήρθα εγώ, ήρθες κι εσύ.

Αλέξανδρος: Ήρθα εγώ σε λάθος δρόμο. Όμως, με βρήκες. Σε λάθος καιρό. Ή μήπως ποτέ δεν είναι λάθος ο καιρός στα παραμύθια; Μετράω πάλι σφυγμούς, καλώ τη σελήνη, μάρτυρα της επιμονής μου. Βεβαιώνει την πτώση και την πτήση μου, γνέφει η Νύχτα, υπογράφει η Αυγή. Τώρα, βρίσκω τους κώδικες κρυμμένους στην αγέραστη αθωότητα, διαβάζω το άγνωστο κείμενο. Χαμογελά το ποίημα. Αναδύθηκα, σε λάθος έξοδο. Όμως, με βρήκες.

Άννια: «Να μου μιλάς στις μικρές μου παύσεις», στις ενδιάμεσες άπνοιες και στη λαχτάρα μου. Στις σιωπές της μουσικής και στο λευκό να  μου μιλάς, προπάντων στο γαλάζιο. Δεν χρειάζονται λέξεις. Μόνο ένα φιλί ψιθύρισμα ή το υγρό σου βλέμμα, μια ανάσα τρυφερή, ένα λαχάνιασμα ή ένα «αχ!»

Αλέξανδρος: Θα πάρω τα αχ να τα σκορπίσω στον άνεμο, να στενάξουν βαθιά όλες οι νύχτες, να βγεις εσύ, Αυγή στον ήλιο, Χαρά, Χαρά μου.

Άννια: Ω, πόσο λευκά είναι τα λόγια σου!

Αλέξανδρος: Όσες φορές προσπάθησα να γράψω μαύρο ποίημα, ερχόταν πάντα ένα παιδί κι ασβέστωνε τον τοίχο.

Άννια: Μίλα για τη χαρά για τ’ όνειρό σου μίλα.   

Αλέξανδρος: Και καθώς έλαμψε η οθόνη χαμόγελα, έδωσε η χαρά συνέχεια στο ποίημα. Κ' είδα την αγάπη σου σημάδι πορφυρό στην αυλή μου. Κι ως χάιδεψα τα μαύρα πλήκτρα, χύθηκε ομορφιά στις λέξεις και έρωτας λευκός στην ψυχή. Και δεν είχε πόνο κανένα η νύχτα, δεν είχε σκιά καμία το όνειρο, δεν είχανε "μη" τα λόγια σου∙ φίδι κανένα πουθενά· και η γυναίκα βασίλευε στον παράδεισο.

Άννια: Όμως κι αυτή με πόνο.

Αλέξανδρος: Δος μου την πέτρα σου, βαριά ή ελαφριά δε λογαριάζω, έχω μια θάλασσα βαθιά, γαλάζια μέσα μου, θα τη σηκώσω.

Άννια: Αλέξανδρε!

Αλέξανδρος: Άννια!

Για μια στιγμή κοιτάζονται έντονα, αυτός της κρατάει τα δυο της χέρια, αυτή ανασηκώνεται  στις μύτες των ποδιών της και τον φιλάει. Ύστερα πηγαίνει στο πιάνο και αρχίζει απαλά να παίζει.
Μοιάζει η μουσική με αποχαιρετισμό. Τη βλέπω, ύστερα, να χάνεται στα νερά και στ’ όνειρο.
Γυρίζει  ο ποιητής προς εμάς :

Η επιθυμία πολλές φορές δημιουργεί την πραγματικότητα.
—Όχι φωνάζω με απόγνωση, όμως αυτός  συνεχίζει:

Είδα ένα χαμόγελο στη ράχη κίτρινου φύλλου, φύγε, του φώναξα, παραμονεύει ο άνεμος. Γέλασε, όπως ένα χαμόγελο γνωρίζει να γελά, και μου ’δειξε, εκεί στη δίνη, τη χαρά. Χόρευε με τη λύπη.

—Άκου!

Ακούω πίσω μου μια γνώριμη φωνή.

—Ευαγγελία!

Φέρνει εκείνη τρυφερά το δάκτυλο στα χείλη της, να σωπάσω. Ακούμε ξανά τον ποιητή:

 Και πέφτεις, πέφτεις· σκίζεται το κλωνάρι στη μασχάλη, κρατάει η φλούδα· και έχεις μια αιωνιότητα να συναντήσεις τη γη· και μια ζωή που σ' έφερε στα φύλλα. 
«Γράψε!» σου λένε «θα προκάνεις». Και πέφτεις, πέφτεις κι όλα τα προλαβαίνεις· συμπυκνωμένη η ποίηση σε αφηγείται. Όλα τα προλαβαίνεις.

Δεν ήθελα να έχω ανάμιξη στα δρώμενα. Όμως ασυναίσθητα σηκώνομαι  όρθιος και με φωνή δυνατή ρωτώ:

—Και τώρα τι;

Μοιάζει να μην ακούει κανείς τη φωνή. Κοιτούν αυτόν με τη λευκή γενειάδα.

—Ο Δάσκαλος!

Μιλάει αργά. Μοιάζει να βγαίνει η φωνή απ’ τα βάθη της ιστορίας:

— Είναι ωραίο να γράφεις ποιήματα. Όμως ακόμα πιο ωραίο είναι να γράφεις παραμύθια. Γιατί ο πόνος είναι ψεύτικος στα παραμύθια· και κάθε φορά που πας να πλαντάξεις, ξέρεις πως θα μετακινηθεί, μαγικά, η μεγάλη πέτρα κι η φυλακή σου θα σβηστεί. Και θα βγεις στο παιδικό σου ξέφωτο, χωρίς καμία θλίψη, χωρίς ραγισματιά στο πρόσωπό σου. Και θα 'ναι απόγιομα καλό· θα έχει ακόμα ήλιο, να τρέξεις στους παλιούς σου φίλους, να παίξεις να χαρείς και να χορτάσεις. Είναι ωραίο να γράφεις παραμύθια.

Πέφτει μια ησυχία, παντού.

—Και τώρα τι;

 Εγώ επιμένω.  Ψιθυριστά πια. Ακούω πίσω μου την Ευαγγελία να μου ψιθυρίζει κι αυτή:

—Τώρα το παραμύθι!
στ. Ευαγγελία

—Ευαγγελία, τι περιέχει η πράξη, «Η έννοια του καλού» στη θεατρική σας παράσταση;

Η  Ευαγγελία χαμογελά:

—Α, μπα, θεατρική παράσταση τη λέμε τώρα αυτή τη «συνωμοσία»;
—Ω, ήμουν πράγματι επιθετικός και απόλυτος εκείνη τη βραδιά.
»Σε είχα κατηγορήσει κι εσένα για συμμετοχή στη συνωμοσία.
—Θυμάμαι. Σίγουρα δεν ήταν συνωμοσία, όμως δεν ήταν ούτε θεατρική παράσταση. Στην πραγματικότητα προσχεδιασμένοι ήταν οι τίτλοι των πράξεων και του έργου. Όλα τα άλλα ήταν αυτοσχεδιασμοί.
—Αυτοσχεδιασμοί;
 —Συνθέσεις της στιγμής.
—Μα, Εκείνος έβγαζε ποιήματα από παντού ως μάγος.
—Όπως θα έλεγε και ο ποιητής, τα όρια μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού είναι δυσδιάκριτα.
—Παραδίδομαι, λέω, αδυνατώ να τα βάλω μαζί σας.
»Όμως μίλησέ μου, Ευαγγελία, για την έννοια του καλού.
—Θα σου μιλήσω με τα δικά του λόγια: «Ήθελα να 'μουν το καλό· όμως και το καλό σκόρπιζε πόνο».
 Εγώ δεν ήθελα να γράφω ποιήματα· να παίζω ήθελα και να γελώ.
—Ω, ναι, δικά του είναι κι αυτά τα λόγια, πώς; Πού;

Χαμογελώ με την έκπληξη της Ευαγγελίας, όμως δίνω συνέχεια αλλού:

—Ποια ήταν η Άννια;
—Ω, τι ρωτάς;
—Πλάσμα του νου;
—Πλάσμα όμορφο.
—…
»Το γαλάζιο που έσβησε τον ορίζοντα. Τι ωραίος τίτλος. Αρχίζω να καταλαβαίνω τον ποιητή σου. Κοιτώ την πλατιά θάλασσα και χάνεται το βλέμμα μου. Σμίγει το γαλάζιο της  με το γαλάζιο τ’ ουρανού και σβήνει τον ορίζοντα. Δεν τον καταργεί, τοποθετεί στη θέση του μια απεραντοσύνη.
—Μα, ναι, νιώθω πως ο ορθολογισμός σου αρχίζει να προσθέτει δύναμη στην ποιητική αλληγορία. Ω, να ’ταν εδώ Εκείνος, να σ’ άκουγε.
—Μπορεί και να με ακούει Ευαγγελία.
—Ναι, είπε η Ευαγγελία και μου ’δειξε τα πρόσωπά μας στην ήρεμη λίμνη.
—Μαύρα πουλιά, όρθια στα γυμνά κλαδιά και στον υγρό καθρέφτη κρεμασμένα· κι ο ήλιος, ο ήλιος επίμονος στην ύστατη ελπίδα. Ακινητεί η Κυριακή στους καλαμιώνες, άλλη μια λύπη.
—Ω!
— Ήτανε πάλι Κυριακή και δεν πονούσε· γιατί όλες τις Κυριακές ερχόταν εκείνη, άλλοτε από το παρελθόν, άλλοτε από το μέλλον, άλλοτε από το τώρα, του χαμογελούσε. Δεν ήξερε αν ήταν πρωινό όνειρο, μεσημεριανή επιθυμία ή βραδινή κατάνυξη. Ήτανε όμως Κυριακή.
—Μου θυμίζεις Εκείνον.
— Έφερε το φθινόπωρο τον άνεμο, τη βροχή, όλο το κίτρινο και τα χρυσάνθεμα.  Αυτός, είχε μιαν αίσθηση πώς την παράταση του καλοκαιριού θα την διαδεχτεί η εισβολή του χειμώνα· και δε θα προλάβει η θλίψη του να ταξιδέψει. "Μα τι ιδέα, ακόμα δεν ετρύγησε τα κόκκινα σταφύλια· τι ένστικτο και τι αυθαιρεσία· να θέλει το ποίημα να προηγηθεί του καιρού του". Αυτά μουρμούριζαν οι άλλοι, μια  μέρα ηλιόλουστη, πλανεύτρα. Όμως αυτός είχε μιαν αίσθηση θανάτου· ήξερε πώς όλα τα πράσινα φύλλα νεκρά θα τα σύρει ο άνεμος στο χώμα.
» Ευαγγελία, πού είναι ο ποιητής σου;

Η Ευαγγελία με κοιτάζει με μια πρόκληση βαθιά. Και καθώς βυθίζεται πρώτα στα μάτια και ύστερα στο μυαλό μου, νιώθω εκείνες τις συνεπαγωγές μου αχρείαστες.

—Μου θυμίζεις Εκείνον.
 —Εκείνον; Όμως, Εκείνος πέταξε, τον είδα.
—Κι εσύ θα πετάξεις, μου λέει και αστράφτουν  τα μάτια της μία χαρά .
—Μπήκα στον πειρασμό, της απαντώ, αμάρτησα.
Έγινες ο αφηγητής του ανέφικτου.
—Και πρωταγωνιστής.
—Ναι! Και πρωταγωνιστής.

Αφήνω την πένα και γελώ.

—Το τέλος δεν το γράφεις, το κεντάς· και ύστερα το κουνάς μαντήλι.



Βαγγέλης Φίλος

Ανέκδοτο έργο

Νοέμβριος 2017





Οι άλλες εκδόσεις μας, συνδεθείτε!

Αναγνώστες

επισκέψεις